βρογχίτιδα

Ασθένεια του αναπνευστικού συστήματος που προσβάλλει κυρίως τον βλεννογόνο υμένα των βρόγχων. Οι αιτίες που την προκαλούν είναι πολλές. Προέρχεται κυρίως από λοίμωξη που προκαλεί ο ιός της γρίπης, της ιλαράς, του κοκίτη και πολλών άλλων νοσημάτων. Μπορεί επίσης να προκληθεί από τοξικές ουσίες, βιομηχανικά δηλητήρια, κάπνισμα και σκόνη. Υπάρχουν δύο είδη β.: η οξεία και η χρόνια. Στην πρώτη παρατηρείται εξοίδηση (πρήξιμο) του βρογχικού βλεννογόνου, διαστολή των αιμοφόρων αγγείων των βρόγχων και πλήρωσή τους με αίμα. Στη δεύτερη παρατηρούνται αλλοιώσεις σε όλα τα δομικά στοιχεία του βρογχικού τοιχώματος και, ταυτόχρονα, επηρεάζεται και ο ιστός του πνεύμονα. Η οξεία β. προκαλεί ρίγη, μερικές φορές πυρετό και προπάντων βήχα. Στην αρχή ο βήχας είναι ξερός και είναι δύσκολη η απόχρεμψη, αργότερα όμως γίνεται βλεννοπυώδης. Τα ίδια συμπτώματα παρατηρούνται και στους παροξυσμούς της χρόνιας β., από τους οποίους μπορεί να προκύψουν δύσπνοια και επιτάχυνση του ρυθμού των παλμών. Η οξεία β. διαρκεί μερικές ημέρες, ενώ η χρόνια μήνες ή και χρόνια.
* * *
η
φλεγμονή των βρόγχων.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • βρογχίτιδα — η (ιατρ.), ερεθισμός του βλεννογόνου των βρόγχων: Πάσχει από χρόνια βρογχίτιδα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • βρογχίτιδα — [вронхитида] ουσ. Θ. бронхит …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • βρογχιτικός — ή, ό 1. ο σχετικός με τη βρογχίτιδα 2. αυτός που πάσχει από βρογχίτιδα. [ΕΤΥΜΟΛ. < βρογχίτιδα. Η λ. μαρτυρείται από το 1876 στον Θ. Αφεντούλη] …   Dictionary of Greek

  • τριχοειδής — ές, ΝΑ όμοιος με τρίχα (α. «τριχοειδή αγγεία» β. «τριχοειδεῑς σωλῆνες», Γαλ.) νεοελλ. 1. το ουδ. ως ουσ. τα τριχοειδή ανατ. λεπτότατα αιμοφόρα και λεμφικά αγγεία, που αποτελούν σημαντικά στοιχεία τής κυκλοφορίας τού αίματος και τής λέμφου, αλλ.… …   Dictionary of Greek

  • αδενοπάθεια — Πάθηση που εμφανίζεται κατά τη διάρκεια οξείας μορφής ασθενειών του αναπνευστικού συστήματος (βρογχίτιδα, βρογχοπνευμονία, γρίππη, κοκίτης). Μπορεί να διαρκέσει μικρότερο ή μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, ανάλογα με τη λοιμώδη νόσο που την έχει… …   Dictionary of Greek

  • αιθαλομίχλη — Μείγμα καπνού και ομίχλης που παρουσιάζεται στην κατώτερη ατμόσφαιρα, πάνω από μεγάλα αστικά κέντρα και βιομηχανικές περιοχές όπου υπάρχει υψηλή συγκέντρωση ρυπογόνων παραγόντων. Είναι επίσης γνωστή ως νέφος και θεωρείται από τους βασικότερους… …   Dictionary of Greek

  • βρογχοπνευμονία — Φλεγμονώδης νόσος που αφορά συγχρόνως τον βλεννογόνο των βρόγχων και το πνευμονικό παρέγχυμα, κατά εστίες. Οι βρογχοπνευμονικές εστίες είναι μεμονωμένες ή συρρέουσες. Η β. προσβάλλει ανθρώπους όλων των ηλικιών, κατά προτίμηση όμως τα μικρά παιδιά …   Dictionary of Greek

  • βρογχόρροια — η άφθονη απόχρεμψη φλεγμάτων κατά τη χρόνια βρογχίτιδα …   Dictionary of Greek

  • βρόγχος — ο (AM βρόγχος) συνήθως στον πληθ. τμήμα του αναπνευστικού συστήματος, συνέχεια της τραχείας με δύο κύριους κλάδους και πλήθος αεροφόρους σωλήνες. [ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολ. Πιθανώς συνδέεται με το *βρόχω «καταπίνω, ρουφώ» (πρβλ. απρμφ. «βρόξαι… …   Dictionary of Greek

  • κόρυζα — Καταρροϊκή πάθηση της μύτης, που είναι ιδιαίτερα συχνή στον άνθρωπο στην αρχή του χειμώνα και της άνοιξης, όταν ο καιρός είναι υγρός. Η κ. είναι φλεγμονή του βλεννογόνου της μύτης και συνήθως στην έναρξή της συνοδεύεται από ελαφρύ πυρετό,… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.